Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

Στιγμές βουτηγμένες σε αμηχανία


Κοίταζα στα χέρια μου ένα πακέτο μάλμπορο. Δεν τα συμπαθώ αλλά δεν είχε μουράτι στο μαγαζάκι του νοσοκομείου. Και τώρα έχω μείναι με ένα πακέτο μάλμπορο στα χέρια. Τσιγάρα από το νοσοκομείο.

Και να΄ μαστε λοιπόν εδώ αυγουστιάτικα γεμάτοι άσχημα συναισθήματα και στιγμές βουτηγμένες σε αμηχανία, θλίψη και απορία. Δεν αντέχω όχι μόνο τις στιγμές αυτές αλλά κυρίως τις σκέψεις που σου γεννάνε.
Θα πεθάνουνε λοιπόν και οι φίλοι μας κάποτε. Αυτούς που βλέπουμε κάθε μέρα και γελάμε μαζί τους, διασκεδάζουμε, κλαίμε, χαχανίζουμε, τρώμε, κουτσομπολέύουμε, μια μέρα θα πεθάνουν. Και το φοβερό τελικά (και τόσο απλό) είναι πως όταν πεθαίνε κάποις δεν γυρίζει πίσω. Σε καμμία περίπτωση.

Δεν είναι τραγικά λυπηρό αυτό;

Προσπάθησα να φαντασιωθώ τον δικό μου θάνατο. Σε ένα κρεββάτι νοσοκομείου ανήμπορος να κουνηθώ με ελάχιστε αισθήσεις (ίσα-ίσα για να υποφέρω).
Με φαντάστηκα να γυρνάω με δυσκολία το κεφάλι μου πρός τα αριστερά, να κοιτάω την γυναίκα μου (η οποία στην συκγεκριμένη φαντασίωση είχε ακριβώς την ηλικία που έχει τώρα – δεν ξέρω τί είναι αυτό θα το ψάξω αργότερα) και να τις λέω κάποιες φράσεις του στύλ “δεν θέλω να υποφέρω – κάνε κάτι να πεθάνω”. Και όμως παρ’όλη την κατάσταση μου (στην φαντασίωση πάντα) άμεσα ένοιωσα ένα απίστευτο κενό και ένα τρομερό τρόμο. Τον τρόμο του Τίποτα.
Του μεγαπρεπέστατου σκοτεινού και φωτεινού μαζί τίποτα.
Μέσα από το κεφάλι μου (και στην φαντασίωση αλλά και στην πραγματικότητα) ξεπήδησαν σαν χαριτωμένες νιφάδες στιγμές ζωής. Πώς ένοιωσα όταν έβαλα το πρώτο μου γκόλ στο σχολείο, όταν πήρα τον πρώτο μου υπολογιστή, όταν γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί, όταν έκανα την πρώτη μου –σοβαρή- μετακόμιση σε δικό μου –σοβαρό- σπίτι. Περίεργο. Πάλι άμεσα ένοιωσα πολλά μικρά κενά για όλα αυτά. Ένα πρός ένα. Στην γέννηση του παιδιού μου κοντοστάθηκε λίγο το μυαλό μου, την έβαλε στο αριστερό μου ημισφαίριο και συνέχισε κατά τ’ άλλα να πετάει στον κάλαθο τον αχρήστων του δεξιού μου ημισφαιρίου τα υπόλοιπα.
Ένοιωσα μηδενιστής. Πώς τίποτα τελικά δεν έχει σημασία. Πώς είμαστε σκόνη και σκόνη γινόμαστε. Γιατί υπάρχουμε; Ποιός πούστης έχει σκεφτεί αυτή την καλοργανωμένη φάρσα; Μα είναι δυνατόν; έπαθα μεγάλο εκνευρισμό. Δεν θέλω να πεθάνουν οι φίλοι μου. Στα αρχίδια μου οι αναμνήσεις των καταπληκτικών στιγμών που πέρασα μαζί τους. Δέν με νοιάζουν εμένα όλα αυτά. Εγώ θέλω να ζήσουν για πάντα. Όλοι.
Αλλά στάσου.
Δεν θέλω να δώ τα παιδιά μου να γίνονται γέροι. Πρέπει να βρώ μία πιο έμμεση λύση. Μήπως η νεότητα της γυναίκας μου κατα την διάρκεια της φαντασίωσης των τελευταίων μου στιγμών έχει κάποια σχέση; Δεν ξέρω.
Αλλά από την άλλη πλευρά φαντάζομαι και ένα διαφορετικό τέλος.
Σπίτι κοντά σε λίμνη.
Ζώ με την γυναίκα μου (που επιτέλους έχει και αυτή γκρίζα μαλλιά).
Έχω και σκύλο. Λυκόσκυλο.
Ο καιρός είναι καλός.
Έχω πλέον αρρωστήσει και δεν πολυ-σηκώνομαι από το κρεββάτι. Μάλλον είναι οι τελευταίες μου στιγμές.
Αλλά όλα είναι ήσυχα. Το στρώμα είναι μαλακό και δεν πονάω. Είμαι ήρεμος. Γύρω μου είναι τα 2 παιδιά μου και τα 4 εγγόνια μου. Όλοι είναι κάπως περίεργα χαρούμενοι. Σαν οικογενιακή συγκέντρωση, σαν οικογενιακή γιορτή. Μου χαιδεύουν το κεφάλι (το οποίο είναι γεμάτο πυκνά λευκά μαλλιά, πολύ περισσότερα από ότι έχω τώρα), μου πιάνουν το χέρι γεμάτοι αγάπη.
Πρέπει να είμαι τουλάχιστον 90 χρονών.
Και απλά γέρνω το κεφάλι μου χαμογελόντας, κλείνω τα μάτια μου και γειά χαρά.
Και φυσικά την ώρα που φεύγει η ψυχή μου νοιώθω υπέροχα, τους βλέπω όλους και πετάω ψηλά. Η ευτυχία είναι ανείπωτη. Νοιώθω γερός και δυνατός, Και είμαι πάλι νέος.
Και ξεκινάω ένα ταξίδι χωρίς φόβο για να συναντήσω κάπου όλους αυτούς που έχουν φύγει και οι οποίοι έχουν οργανώσει ένα καταπληκτικό πάρτυ υποδοχής.
Να. Αυτός είναι καταπληκτικός θάνατος.
Και κυρίως το “μετά”. Δηλαδή καταλήγω ότι το “μετά” είναι που μας κάνει να αγωνιούμε. Σκέφτομαστε με αυτόν τον τρομερό τρόπο: “Μα είναι δυνατόν να μην υπάρχει μετά; Αυτός ο υπέροχος εγκέφαλος μου που με τόσο κόπο γέμισα με γνω΄σεις, εμπειρίες και αναμνήσεις, να εξαφανιστεί; Το οικοδόμημα που έχτιζα 50, 60, 70, 80 χρόνια να γκρεμιστεί μία και καλή; Ε – όχι”.
Μα είναι τρομερά αστείο τελικά.
Οικοδόμημα δεν είναι ο υπέροχος εγκέφαλος μας με τις τρομερές χωρητικότητες. Ο εγκέφαλος είναι απλά το μυστρί. Οικοδόμημα είναι αυτά που αφήνουμε πίσω. Τα έργα μας. Όποια και να είναι αυτά. Είτε είναι παιδιά, είτε είναι βιβλία, είτε πίνακες, οτιδήποτε έχει παραχθεί χάρη στις δικές μας ενέργειες. (γι’ αυτό λοιπόν κόλλησα στο παιδί μου προηγουμένως που έφερνα στο μυαλό μου τις “μεγάλες” μου στιγμές).
Και τελικά αυτό είναι που πρέπει αποκλειστικά να μας συντηρεί και να μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο φόβο. Ότι μπορούμε – γιατί όλοι μας μπορούμε – να αφήσουμε κάτι πίσω.
Έτσι λοιπόν παράτησα στην άκρη το λάπτοπ, έσβησα το τσιγάρο μου, έβαλα πάνω στο καταιδρωμένο -αύγουστος άλλωστε- κορμί μου ένα μπλουζάκι που βρήκα τυχαία στον καναπέ και βγήκα στον δρόμο. Άναψα άλλο ένα τσιγάρο.
Θυμήθηκα τότε που λίγες ώρες πρίν σε είχαμε βάλει στο νοσοκομείο. Τότε που δεν μπορούσες να αναπνεύσεις καλά-καλά. Και μας πήρε τηλέφωνο η κοπέλλα που ήταν μαζί σου και μας είπε ότι ήθελες να πιείς έναν καφέ και να καπνίσεις ένα τσιγάρο.
Πήδηξα στην μηχανή και έφτασα εκεί σε 10 δευτερόλεπτα. Αγόρασα ένα μάλμπορο λάιτς έναν γλυκό καφέ και έτρεξα στον όροφο που βρισκόταν το δωμάτιο σου. Με είδες και γυάλισαν τα γυαλισμένα μάτια σου.
Και ήπιες μια γουλιά καφέ και άναψες και το τσιγάρο. Και ρούφηξες τον καπνό με μία λαμπρότητα, μια υγεία και μία χάρη παιδική.
Και ήσουνα εκεί – ανάμεσα στα γαμημένα σωληνάκια με τρυπημένες τις φλέβες. Και ήσουνα μία αθάνατη θεά.

Συγχώραμε για τις φορές που σε παρεξήγησα. Είναι που καμιά φορά δεν μπορείς να καταλάβεις τους ανθρώπους που βρίσκονται ένα επίπεδο παραπάνω από εσένα.

Όταν ξεκίνησα το κείμενο ζούσες. Κάποια στιγμή έφυγες, πέθανες.
Μα τώρα νομίζω πως ζείς και πάλι. Δεν νομίζω - είμαι σίγουρος.

Σε ευχαριστώ για όλα.

Κυρία Μάρω δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: