Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2007

Power to the people


Κοιτάω τον ουρανό κάθε λίγο και λιγάκι και παρακαλάω σιωπηλά να βρέξει.
Μου έχει λέιψει η βροχή. Μου έχει λείψει και ο χειμώνας, πράγμα πολύ προφανές μετά το μαύρο καλοκαίρι που φεύγει σιγά-σιγά.
Μέσα σε όλα έχουμε και αυτές τις τραγικές εκλογές. Και είναι τραγικές γιατί ό, τι και να κάνουμε θα έχουνε τραγικό αποτέλεσμα. Κάθε σενάριο που διάβασα στις εφημερίδες είναι φρικτό. Είτε περιλαμβάνει έναν από τους δύο μεγαλόσχημους είτε έχει και λίγο από τον πατριώτη.
Οι φωτιές δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που μπορούν να μας κάνουν όλοι αυτοί. Αυτό που μας κάνουν δηλαδή εδώ και τόσα πολλά χρόνια.
Αλλά καλύτερα μην ασχοληθώ άλλο με αυτό.
Η απολιτίκ γενιά μου καλά κρατεί. 30 και κάτι είμαι.
Κάποτε ξεκινήσαμε και εμείς την αφισσοκόληση. Αλλά ήταν εκείνα τα χρόνια του ’89 που δεν μπορούσες να μην κάνεις κάτι. Δεν γινόταν να μην πίνεις πολλούς καφέδες να καπνίζεις πολλά τσιγάρα να μιλάς για την πολιτική και για την ποίηση και να μην τριγυρνάς στα καφέ της Σκουφά και των Εξαρχείων.
Μάλλον ακριβώς οι ίδιοι λόγοι ήταν που μας κάνανε να αποκυρήξουμε κάθε δευτερόλεπτο κουβέντας.
Έχω μία πικρή αίσθηση ότι είμαστε η τελευταία γενιά που κάθησε και ασχολήθηκε πραγματικά με την πολιτική. Ίσως γιατί είχαμε την αίσθηση ότι η πολιτική είναι ένα μέρος της κοινωνίας, της πραγματικής κοινωνίας. Ότι οι «αγώνες» μας πιάναν τόπο και είχανε ουσία.
Μα τελικά δεν έμεινε τίποτα.
Από την περίεργη ευτυχία της κυβέρνησης ΝΔ-ΣΥΝ (δεν ξέραμε ακριβώς τί γινόταν, είχαμε όλοι οι φίλοι ένα ηλίθιο χαμόγελο – νομίσαμε ότι ορίζαμε τα πράγματα) και την πτώση της (η οποία έδειξε ότι τίποτα δεν ορίζαμε) μέχρι το σήμερα όλα έχουν αλλάξει. Μερικά λαμπρά μυαλά μείνανε μόνο και μόνο να μας θυμήζουν ότι υπήρχαμε πολιτικά κάποτε. Κάτι σαν φωτογραφίες σε άλμπουμ που καλά-καλά δεν ξέρουμε που βρίσκεται.
Σήμερα νοιώθω να αναπτύσετε από την γενιά μας μία άλλου είδους δράση.
Κάτι σαν: «Οικολογική δράση».

Νοιαζόμαστε για τα δέντρα, για τις τροφές που τρώμε, για το ποιοί είναι οι σωστοί λαμπτήρες που θα εξοικονομίσουνε ενέργεια, για την ανακύκλωση, για ότι μπορει να μπεί και να χωρέσει στη οικολογική μας συνείδηση.
Όμως κάνουμε σαν στρουθοκάμηλοι. Πραγματικά έτσι νοιώθω. Εγκαταλείψαμε την πολιτική δράση, τις κινητοποίησεις, τις αφισσοκολήσεις, γαμήσαμε την ψήφο μας, περιορίσαμε το διάβασμα των εφημερίδων στα αθλητικά και στα εβδομαδιαία περιοδικά που έχουνε μαζί δώρο σε διάφανη σακουλίτσα, διαβάζουμε τον Αρκά και γελάμε πικρά, βλέπουμε τον Paolo Coelho να αρθογραφεί σε ελληνικά έντυπα και νοιώθουμε αγαλλίαση, νοιώθουμε και ψαγμένοι και διαβασμένοι.
Λές και το πρόβλημα της υπερκατανάλωσης της ενέργειας είναι θέμα οικολογικό. Λές και για τα συντηριτικά των τροφών, υπεύθυνοι είναι οι κατασκευαστές τους. Λές και τα δεντράκια που κάηκαν ήταν αποτέλεσμα μία οικουμενικής αντι-οικολογικής συνωμωσίας.
Έλεος.
Για όλα υπεύθυνοι είναι αυτοί που ορίζουν την καθημερινότητα, που ψηφίζουν τους νόμους. Για όλα υπεύθυνοι λοιπόν είμαστε εμείς που τους ανεχόμαστε. 100%.
Να τις χέσω τις οικολογικές λάμπες. Θα ψάξουν και θα βρούνε και άλλο λιγνίτη να κάψουν. Να τις χέσω τις αναδασώσεις. Μόλις γίνουν τα δεντράκια 2 μέτρα πάλι θα χρειαστούμε έναν νέο εθνικό δρόμο και θα τα κάψουμε. Να τις χέσω τις ανακυκλώσεις. Εδώ καλά-καλά η τρομερή προσπάθεια ανακύκλωσης που κάνουμε σταματάει στον κάδο της γειτονιάς αφού τα εργοστάσια ανακύκλωσης έχουν τρομερό κόστος για να λειτουργήσουν πραγματικά.

Δεν πιστεύω πραγματικά στην οικολογική-περιβαλλοντολογική δράση.
Πιστεύω στην διάλυση όλης αυτής της νοοτροπίας: «Τα χαρτιά να πετάμε στον ειδικό κάδο και ας μας κυβερνήσει ο χαζούλης ή ο πιό χαζός ή ακόμα χειρότερα ένας χαζός με έναν φασίστα. Εγώ την έχω ήσυχη την συνείδηση μου. Θα πάω και στο συλλαλητήριο του συντάγματος, που εμείς οι φοβεροί και τρομεροί bloggers οργανώσαμε (σημ.: αστείο και μόνο ώς σκέψη. Γίναμε bloggers για να μας δείχνουν τα κανάλια ώς θέαμα) θα φωνάξω «σιωπηλός» για τα δεντράκια και τους καψαλισμένους χωρικούς και θα νοιώσω κυρίαρχος. Τα διόρθωσα όλα. Έκανα έστω μία αρχή.»
Μια τρύπα στο νερό έκανες. Μαλάκα απολιτίκ. Και εγώ μέσα σε αυτούς.
Ας μην ψηφίσουμε κανέναν από αυτούς. Ας ψηφίσουμε τα σχήματα που πραγματικά μας ταιριάζουν. Όχι λευκό - όχι αποχή. Ας τους αφήσουμε να κάνουν κυβερνήσεις συνασπισμού. Και μετά ας τους διαλύσουμε. Ας κάνουμε παντού μποικοτάζ. Στις βενζίνες. Στα γάλατα, στα κρέατα, στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στην τηλεόραση σε όλα. Ας αντέξουμε όσο μπορούμε. Ας κάνουμε πάλι παρέες να πίνουμε φθηνά κρασιά. Ας αλλάξουμε λίγο αυτόν τον ρυθμό που ζούμε. Ας παίξουμε με τα παιδιά μας.
Ας γίνουμε ένα. Είμαστε έτσι και αλλιώς οι περισσότεροι.
Και ακόμα δεν λέει να ρίξει ούτε μία σταγόνα.
Power to the people.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

Στιγμές βουτηγμένες σε αμηχανία


Κοίταζα στα χέρια μου ένα πακέτο μάλμπορο. Δεν τα συμπαθώ αλλά δεν είχε μουράτι στο μαγαζάκι του νοσοκομείου. Και τώρα έχω μείναι με ένα πακέτο μάλμπορο στα χέρια. Τσιγάρα από το νοσοκομείο.

Και να΄ μαστε λοιπόν εδώ αυγουστιάτικα γεμάτοι άσχημα συναισθήματα και στιγμές βουτηγμένες σε αμηχανία, θλίψη και απορία. Δεν αντέχω όχι μόνο τις στιγμές αυτές αλλά κυρίως τις σκέψεις που σου γεννάνε.
Θα πεθάνουνε λοιπόν και οι φίλοι μας κάποτε. Αυτούς που βλέπουμε κάθε μέρα και γελάμε μαζί τους, διασκεδάζουμε, κλαίμε, χαχανίζουμε, τρώμε, κουτσομπολέύουμε, μια μέρα θα πεθάνουν. Και το φοβερό τελικά (και τόσο απλό) είναι πως όταν πεθαίνε κάποις δεν γυρίζει πίσω. Σε καμμία περίπτωση.

Δεν είναι τραγικά λυπηρό αυτό;

Προσπάθησα να φαντασιωθώ τον δικό μου θάνατο. Σε ένα κρεββάτι νοσοκομείου ανήμπορος να κουνηθώ με ελάχιστε αισθήσεις (ίσα-ίσα για να υποφέρω).
Με φαντάστηκα να γυρνάω με δυσκολία το κεφάλι μου πρός τα αριστερά, να κοιτάω την γυναίκα μου (η οποία στην συκγεκριμένη φαντασίωση είχε ακριβώς την ηλικία που έχει τώρα – δεν ξέρω τί είναι αυτό θα το ψάξω αργότερα) και να τις λέω κάποιες φράσεις του στύλ “δεν θέλω να υποφέρω – κάνε κάτι να πεθάνω”. Και όμως παρ’όλη την κατάσταση μου (στην φαντασίωση πάντα) άμεσα ένοιωσα ένα απίστευτο κενό και ένα τρομερό τρόμο. Τον τρόμο του Τίποτα.
Του μεγαπρεπέστατου σκοτεινού και φωτεινού μαζί τίποτα.
Μέσα από το κεφάλι μου (και στην φαντασίωση αλλά και στην πραγματικότητα) ξεπήδησαν σαν χαριτωμένες νιφάδες στιγμές ζωής. Πώς ένοιωσα όταν έβαλα το πρώτο μου γκόλ στο σχολείο, όταν πήρα τον πρώτο μου υπολογιστή, όταν γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί, όταν έκανα την πρώτη μου –σοβαρή- μετακόμιση σε δικό μου –σοβαρό- σπίτι. Περίεργο. Πάλι άμεσα ένοιωσα πολλά μικρά κενά για όλα αυτά. Ένα πρός ένα. Στην γέννηση του παιδιού μου κοντοστάθηκε λίγο το μυαλό μου, την έβαλε στο αριστερό μου ημισφαίριο και συνέχισε κατά τ’ άλλα να πετάει στον κάλαθο τον αχρήστων του δεξιού μου ημισφαιρίου τα υπόλοιπα.
Ένοιωσα μηδενιστής. Πώς τίποτα τελικά δεν έχει σημασία. Πώς είμαστε σκόνη και σκόνη γινόμαστε. Γιατί υπάρχουμε; Ποιός πούστης έχει σκεφτεί αυτή την καλοργανωμένη φάρσα; Μα είναι δυνατόν; έπαθα μεγάλο εκνευρισμό. Δεν θέλω να πεθάνουν οι φίλοι μου. Στα αρχίδια μου οι αναμνήσεις των καταπληκτικών στιγμών που πέρασα μαζί τους. Δέν με νοιάζουν εμένα όλα αυτά. Εγώ θέλω να ζήσουν για πάντα. Όλοι.
Αλλά στάσου.
Δεν θέλω να δώ τα παιδιά μου να γίνονται γέροι. Πρέπει να βρώ μία πιο έμμεση λύση. Μήπως η νεότητα της γυναίκας μου κατα την διάρκεια της φαντασίωσης των τελευταίων μου στιγμών έχει κάποια σχέση; Δεν ξέρω.
Αλλά από την άλλη πλευρά φαντάζομαι και ένα διαφορετικό τέλος.
Σπίτι κοντά σε λίμνη.
Ζώ με την γυναίκα μου (που επιτέλους έχει και αυτή γκρίζα μαλλιά).
Έχω και σκύλο. Λυκόσκυλο.
Ο καιρός είναι καλός.
Έχω πλέον αρρωστήσει και δεν πολυ-σηκώνομαι από το κρεββάτι. Μάλλον είναι οι τελευταίες μου στιγμές.
Αλλά όλα είναι ήσυχα. Το στρώμα είναι μαλακό και δεν πονάω. Είμαι ήρεμος. Γύρω μου είναι τα 2 παιδιά μου και τα 4 εγγόνια μου. Όλοι είναι κάπως περίεργα χαρούμενοι. Σαν οικογενιακή συγκέντρωση, σαν οικογενιακή γιορτή. Μου χαιδεύουν το κεφάλι (το οποίο είναι γεμάτο πυκνά λευκά μαλλιά, πολύ περισσότερα από ότι έχω τώρα), μου πιάνουν το χέρι γεμάτοι αγάπη.
Πρέπει να είμαι τουλάχιστον 90 χρονών.
Και απλά γέρνω το κεφάλι μου χαμογελόντας, κλείνω τα μάτια μου και γειά χαρά.
Και φυσικά την ώρα που φεύγει η ψυχή μου νοιώθω υπέροχα, τους βλέπω όλους και πετάω ψηλά. Η ευτυχία είναι ανείπωτη. Νοιώθω γερός και δυνατός, Και είμαι πάλι νέος.
Και ξεκινάω ένα ταξίδι χωρίς φόβο για να συναντήσω κάπου όλους αυτούς που έχουν φύγει και οι οποίοι έχουν οργανώσει ένα καταπληκτικό πάρτυ υποδοχής.
Να. Αυτός είναι καταπληκτικός θάνατος.
Και κυρίως το “μετά”. Δηλαδή καταλήγω ότι το “μετά” είναι που μας κάνει να αγωνιούμε. Σκέφτομαστε με αυτόν τον τρομερό τρόπο: “Μα είναι δυνατόν να μην υπάρχει μετά; Αυτός ο υπέροχος εγκέφαλος μου που με τόσο κόπο γέμισα με γνω΄σεις, εμπειρίες και αναμνήσεις, να εξαφανιστεί; Το οικοδόμημα που έχτιζα 50, 60, 70, 80 χρόνια να γκρεμιστεί μία και καλή; Ε – όχι”.
Μα είναι τρομερά αστείο τελικά.
Οικοδόμημα δεν είναι ο υπέροχος εγκέφαλος μας με τις τρομερές χωρητικότητες. Ο εγκέφαλος είναι απλά το μυστρί. Οικοδόμημα είναι αυτά που αφήνουμε πίσω. Τα έργα μας. Όποια και να είναι αυτά. Είτε είναι παιδιά, είτε είναι βιβλία, είτε πίνακες, οτιδήποτε έχει παραχθεί χάρη στις δικές μας ενέργειες. (γι’ αυτό λοιπόν κόλλησα στο παιδί μου προηγουμένως που έφερνα στο μυαλό μου τις “μεγάλες” μου στιγμές).
Και τελικά αυτό είναι που πρέπει αποκλειστικά να μας συντηρεί και να μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο φόβο. Ότι μπορούμε – γιατί όλοι μας μπορούμε – να αφήσουμε κάτι πίσω.
Έτσι λοιπόν παράτησα στην άκρη το λάπτοπ, έσβησα το τσιγάρο μου, έβαλα πάνω στο καταιδρωμένο -αύγουστος άλλωστε- κορμί μου ένα μπλουζάκι που βρήκα τυχαία στον καναπέ και βγήκα στον δρόμο. Άναψα άλλο ένα τσιγάρο.
Θυμήθηκα τότε που λίγες ώρες πρίν σε είχαμε βάλει στο νοσοκομείο. Τότε που δεν μπορούσες να αναπνεύσεις καλά-καλά. Και μας πήρε τηλέφωνο η κοπέλλα που ήταν μαζί σου και μας είπε ότι ήθελες να πιείς έναν καφέ και να καπνίσεις ένα τσιγάρο.
Πήδηξα στην μηχανή και έφτασα εκεί σε 10 δευτερόλεπτα. Αγόρασα ένα μάλμπορο λάιτς έναν γλυκό καφέ και έτρεξα στον όροφο που βρισκόταν το δωμάτιο σου. Με είδες και γυάλισαν τα γυαλισμένα μάτια σου.
Και ήπιες μια γουλιά καφέ και άναψες και το τσιγάρο. Και ρούφηξες τον καπνό με μία λαμπρότητα, μια υγεία και μία χάρη παιδική.
Και ήσουνα εκεί – ανάμεσα στα γαμημένα σωληνάκια με τρυπημένες τις φλέβες. Και ήσουνα μία αθάνατη θεά.

Συγχώραμε για τις φορές που σε παρεξήγησα. Είναι που καμιά φορά δεν μπορείς να καταλάβεις τους ανθρώπους που βρίσκονται ένα επίπεδο παραπάνω από εσένα.

Όταν ξεκίνησα το κείμενο ζούσες. Κάποια στιγμή έφυγες, πέθανες.
Μα τώρα νομίζω πως ζείς και πάλι. Δεν νομίζω - είμαι σίγουρος.

Σε ευχαριστώ για όλα.

Κυρία Μάρω δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.

Σάββατο 14 Απριλίου 2007

Μα από πού να αρχίσω;

Μιλάμε για απίστευτη σκατοποιότητα ζωής αυτή που ζούμε εμείς οι λίγο δήθεν και λίγο πλούσιοι στην α-π-ό-λ-υ-τ-α δήθεν Αθήνα.

Μα τί είναι αυτό το πράγμα; Αυτές οι μόδες; Στα μαγαζιά (εστιατόρια - μπουζουκλερί - ψιλικατζίδικα) στα σπίτια (διαμερίσματα - δίπατα - τρίπατα κτλ) στον δρόμο (από ένα σημείο και μετά- από Κηφισίας-Αλεξάνδρας και πάνω)

Έχω φρίξει. Οκ, σίγουρα δεν έζησα την Αθήνα της κατοχής, του εμφυλίου, της χούντας, αλλά κανείς δεν μπορεί να μου αρνηθεί ότι έζησα - έστω ακούμπησα- τους ανθρώπους των εποχών αυτών. Δεν μπορεί κάποια σχέση με τις εποχές τους θα είχαν. Και ήταν σίγουρα αλλιώς. Τα μάτια τους - ο λόγος τους μέχρι και ο τρόπος που διαχειριζόντουσαν τον πλούτο τους ή την φτώχια τους, τις αρρώστιες τους ή τις παράνομες σχέσεις τους, τους φίλους τους και τις βιβλιοθήκες τους.

Συναντώ κάθε μέρα τόσους ανθρώπους και δες: δεν γεμίζουν ούτε τον πάτο της πιο μικρής μεζούρας ποιότητας. Αρλούμπες. Όλοι λένε αρλούμπες. Η σοφία στην εποχή μας έγινε φθηνή καθημερινότητα. Όλοι λένε φοβερά πράγματα, έχουν φοβερές ιδέες, κάνουν φοβερές κινήσεις, έχουν φοβερά αμάξια, φοβερά ρούχα, φοβερά δάνεια, φοβερούς μπαμπάδες, φοβερά διάσημους φίλους και στο τέλος μένει η φοβέρα και ένας θάνατος κοινός και θλιβερός πολύ.

Εντάξει δεν λέω. Και ο Ελύτης π.χ. ήταν από πάμπλουτη οικογένεια, σίγουρα φορούσε πανάκριβα ρούχα και είχε ωραίες γκόμενες (βλέπετε εκείνη την εποχή οι gay δεν ήτανε μόδα) - ΑΛΛΑ ΕΓΡΑΦΕ ΑΔΙΑΝΟΗΤΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΗ!!

Πρός θεού δεν ζητώ από τον πληθυσμό των δήθεν να γράφουν αδιανόητα. Αλλά τουλάχιστον ας σταματήσουν να εκδίδουν την θλιβερή προσωπική τους ζωή - με ενοχλούν - με αηδιάζουν. Και προσοχή: Δεν μιλάω για τους "γνωστούς" και "διάσημους". Για αυτούς δεν χρειάζεται να πώ το παραμικρό γιατί στην τελική όοοολοι αυτοί είναι το κέρδος τους αγώνα όοοολων αυτών που περιγράφω. Του παιδιού που μένει δίπλα σου και δουλεύει πωλητής σε ιδιωτική εταιρία, της κοπέλας που έχεις δεί στο super-market να προσπαθεί να καταλάβει ποιά από τις 7 κάρτες της έχει έστω ένα υπόλοιπο 12 € για να αγοράσει σερβιετάκια. Αυτών των δύο που το βράδυ -ή ίσως και λίγο πιο νωρίς- μεταμορφώνονται σε τέρατα εξυπνάδας, διασημότητας και πιστωμένου πλούτου. Που νομίζουν ότι είναι κάτι. Προσοχή: Ακριβώς το πρόβλημα είναι πώς δεν ξέρουν τί είναι - που ανήκουν τελικά. Δεν είναι θέμα φτωχού και πλούσιου δεν είναι θέμα όμορφου και άσχημου.

Είναι θέμα πολιτισμού.
Και ο πολιτισμός είναι θέμα παιδείας.
Και η παιδεία είναι θέμα (πολύ) προσωπικό τελικά.